Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

ΑΛΚΗΣ ΑΛΚΑΙΟΣ - ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΛΙΑΡΟΣ

(23 Νοεμβρίου 1949 - 10 Δεκεμβρίου 2012)

Νιώθω πολύ μικρή για να γράψω για έναν άνθρωπο ή καλύτερα για έναν αληθινό ποιητή του ύψους του Βαγγέλη Λιάρου (ή κατά κόσμον Άλκη Αλκαίου), ωστόσο δε γινόταν να μην υπάρξει ένα ελάχιστο αφιέρωμα στη μνήμη του στο παρόν ιστολόγιο ... Έτσι, έστω και καθυστερημένα παραθέτω μερικά μελοποιημένα ποιήματά του. Δυστυχώς χάσαμε νωρίς έναν ακόμη σπουδαίο καλλιτέχνη...

ΠΡΩΙΝΟ ΤΣΙΓΑΡΟ*
Στιχοι: Αλκαίος Άλκης
Μουσική: Μαυρουδής Νότης
Ερμηνεία: Βενετσάνου Νένα
* (Αφιερωμένο στη μνήμη του Μάνου Λοΐζου)
 
ΕΡΩΤΙΚΟ
Στίχοι: Άλκης ΑΛκαίος
Μουσική: Μικρούτσικος Θάνος
Παρούσα ερμηνεία: Πασχαλίδης Μίλτος κ'
Θηβαίος Χρήστος
 
ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ
Στίχοι: Αλκαίος Άλκης
Μουσική: Πασχαλίδης Μιλτιάδης
Ερμηνεία: Πασχαλίδης Μιλτιάδης
 

ΜΗ ΜΕ ΦΟΒΑΣΑΙ
Στίχοι: Αλκαίος Άλκης
Μουσική: Παπαδημητρίου Δημήτρης
Ερμηνεία: Στόκας Μπάμπης
 
ΩΡΟΣΚΟΠΙΟ
Στίχοι: Αλκαίος Άλκης
Μουσική: Μικρούτσικος Θάνος
Ερμηνεία: Θηβαίος Χρήστος
 
ΣΤΗΣ ΓΟΡΓΟΝΑΣ ΤΟ ΦΤΕΡΟ
Στίχοι: Άλκης Αλκαίος
Μουσική: Μικρούτσικος Θάνος
Ερμηνεία: Μικρούτσικος Θάνος
 
ΤΟ ΠΕΤΑΓΜΑ
Στίχοι: Αλκαίος Άλκης
Μουσική/ Ερμηνεία:
Στόκας Μπάμπης
 
ΦΛΕΒΑΡΗΣ 1848
Στίχοι: Αλκαίος Άλκης
Μουσική:Μικρούτσικος Θάνος
Ερμηνεία: Δημητριάδη Μαρία
 
ΤΟ ΣΑΡΑΚΙ ΤΟΥ ΡΕΜΠΩ
Στίχοι: Αλκαίος Άλκης
Μουσική/ Ερμηνεία:
Πασχαλίδης Μιλτιάδης
 
BLUES ON THE ROAD
Στίχοι: Αλκαίος Άλκης
Μουσική: Μικρούτσικος Θάνος
Ερμηνεία: Θηβαίος Χρήστος
 
ΓΙΑΤΙ ΜΕΤΡΑΣ ΤΑ ΤΡΟΛΕΪ
Στίχοι: Αλκαίος Άλκης
Μουσική: Μαχαιρίτσας Λαυρέντης
Ερμηνεία: Δημητριάδη Μαρία
 
ΔΡΟΜΟΙ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΙ
Στίχοι: Αλκαίος Άλκης
Μουσική: Μικρούτσικος Θάνος
Ερμηνεία: Θεοδόσης Διονύσης
 
 
ΠΡΩΙΝΗ 'Η ΒΡΑΔΙΝΗ ΣΕΡΕΝΑΤΑ
Στίχοι: Αλκαίος Άλκης
Μουσική: Μικρούτσικος Θάνος
Ερμηνεία: Καράλης Κώστας
 
 
ΒΟΡΙΑΣ ΦΥΣΑ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΜΟΥ
Στίχοι: Αλκαίος Άλκης
Μουσική/ Ερμηνεία: Πασχαλίδης Μίλτος
 
ΠΟΛΗ ΜΑΓΙΚΗ
Στίχοι: Αλκαίος Άλκης
Μουσική: Μικρούτσικος Θάνος
Ερμηνεία: Θεοδόσης Διονύσης
 
ΝΟΣΤΟΣ
Στίχοι: Αλκαίος Άλκης
Μουσική/ Ερμηνεία:
Μαχαιρίτσας Λαυρέντης


Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

ΠΑΜΕ ΟΜΟΡΦΗ ΜΟΥ

Στίχοι: Γώγου Κατερίνα
Μουσική: Κατσιμίχας Πάνος
Ερμηνεία: Κατσιμίχας Πάνος
Πάμε όμορφή μου εκεί που χαράζει στις κορφές
Πάμε όμορφή μου εκεί που χαράζει στις κορφές
αχνό γαλάζιο, ροζ
αχνό γαλάζιο, ροζ
Πάμε εκεί που κορίτσια γυμνά σ΄ άγρια άλογα καλπάζοντας
τα μαλλιά τους ανεμίζουν
τα μαλλιά τους ανεμίζουν
κι απάνω τους σκαλώνουνε άνθια ροδακινιάς
κι απάνω τους σκαλώνουνε άνθια ροδακινιάς
και κόκκινα αστέρια
και κόκκινα αστέρια
και κόκκινα αστέρια
Αχ Παναγία Μυρτώ μου
Αχ Παναγία Μυρτώ μου
κανείς δε σ’ έχει αγαπήσει πιο πολύ
κανείς δε σ ‘ έχει αγαπήσει πιο πολύ
όπως μια Κατερίνα το παιδί
όπως μια Κατερίνα το παιδί
ακούω μόνο τη βροχή
ακούω μόνο τη σιωπή
σε μια καμένη γη
σε μια καμένη γη
σε μια καμένη γη
 
*Αναφερόμενη πιθανότατα στην κόρη της Μυρτώ Τάσσιου.

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

ΣΑ ΔΕΣΜΗ ΑΠΟ ΤΡΑΝΤΑΦΥΛΛΑ

Στιχοι: Καρυωτάκης Κώστας
Μουσική: Μαραμής Δημήτρης
Ερμηνεία: Λεγάκη Κορίνα
Σα δέσμη από τριαντάφυλλα
είδα το βράδυ αυτό.
Κάποια χρυσή, λεπτότατη
στους δρόμους ευωδιά
και στην καρδιά
αιφνίδια καλοσύνη,
στα χέρια το παλτό,
στ' ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη.
Ηλεκτρισμένη από φιλήματα
θα 'λεγες την ατμόσφαιρα.
Η σκέψις, τα ποιήματα,
βάρος περιττό.

Έχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε
το καλοκαίρι αυτό,
για ποιαν ανέλπιστη χαρά,
για ποιες αγάπες,
για ποιο ταξίδι ονειρευτό.

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ – ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΤΑΚΗΣ (1964)

Το ποίημα ποτέ δεν είναι παρόν. Είναι
μονάχα παρελθόν και μέλλον. Ανάμνηση
και προσμονή. Απουσία από τα πράγματα
και προβολή σε μια πραγματικότητα
που υπήρξε ή θα υπάρξει κάποτε, μέσα
σε μια άξαφνη στιγμή που θα ‘ναι τότε
όλος ο χρόνος.
 
Αν ζει, αν υπάρχει ακόμα η ποίηση,
τούτο το χρωστάμε σε ‘κείνη την ασήμαντη,
την ταπεινή ρωγμή που λησμόνησαν οι θεοί
στο σφαλισμένο παράθυρο της σιγουριάς
και της άμυνας των ανθρώπων.
 
Την ώρα που παλεύω μ’ ένα ποίημα
κανείς καθρέφτης δεν υπάρχει για να ιδώ
τη μεταμόρφωσή μου.
 
Η αναζήτηση τής αλήθειας ή του θαύματος
πέρα από την τυπική χρήση των λέξεων,
σε ωθεί  σ’ αποκαλύψεις που ποτέ
δεν υποπτεύθηκες, σχέσεις της μνήμης
και του χρόνου με το σώμα σου, αναγκαιότητες
των σπλάχνων σου, ξεριζώματα

απ’ την ίδια σου την ύπαρξη τόσο οδυνηρά,
που τότε μόνο νιώθεις πως οι λέξεις
και τα πράγματα ζούνε μιαν αυθύπαρκτη ζωή
και σε πείσμα της νομιμότητας
αναζητούν μια καθαρότερη έκφρασή τους.
 
Μιλώντας τόσο πολύ για την πείνα,
ξεχάσαμε να προστατέψουμε το ψωμί.
Τώρα στο ερμάρι τα ποντίκια χαίρονται
τρομαχτικές ελευθερίες.
 
Ελάτε να πετάμε πέτρες,
να περάσουνε τα χρόνια.
 
Όταν ενύχτωνε, τα ποιήματά του μου θυμίζανε
δωμάτια φωτισμένα με κεριά,
όπου οι λέξεις κυκλοφορούσανε σα γέρικες
αφηρημένες υπηρέτριες.
 
Καμιά φορά μέσα στ’ όνειρο, οι λέξεις
φωτίζονται από ένα παράξενο φως,
αλλάζουνε ρυθμό και σημασία, ανοίγουν
σα λουλούδια σκοτεινά, γίνονται πόρτες
για τον ουρανό και για τον κάτου κόσμο.
 
Φίλε ποιητή, αν τα ποιήματά μου
συναντηθούν με τα ποιήματά σου, χαιρετιούνται
με συγκατάβαση, παράξενες μορφές
που η καθεμιά τους νομίζει πως η άλλη
φοράει ρούχα αταίριαστα με τη φύση της.
 
Ωραίο βράδυ απόψε.
Τα κλαδιά, το φεγγάρι.
Μεγαλώνουν οι κάμποι.
Θα μας φάνε οι κάμπιες.
 
Πίσω απ’ το ποίημα υπάρχουνε διάδρομοι,
υπάρχουν αξεδιάλυτοι χώροι σιωπής
κι εκεί οι λέξεις είναι μαύρες, σαλεύουν
πέρα – δώθε, κρατώντας με τα χέρια
τον κομμένο τους λαιμό.
 
Διάφανο πρωί, γεννημένο από μια νύχτα – καταχνιά.
Ατμόσφαιρα πάμφωτη, αλαφριά,
ερεθιστική. Ένα δέντρο σφυρίζει,
ένα φύλλο γαληνεύει την καρδιά των πουλιών,
ένας αόριστος άνεμος γεμίζει το δρόμο
με γελαστά πρόσωπα που έρχονται και φεύγουν.
Μέσα στο κορμί σου εξατμίζονται
μια – μια οι επώδυνες αισθήσεις.
Η μικρή τραγωδία της νύχτας κλείστηκε
κιόλας σ’ ένα σιωπηλό σεντούκι με αναμνηστικά.
Μόλις θυμάσαι κάτι απ’ τον
ξερό ήχο του ρολογιού και τον πάταγο
της πόρτας που έκλεισε. Όλα χάνονται
μέσα στη ρυθμική γαλήνη του ήλιου.

Χώρα φανταστική του πρωιού και τίποτα
από τα φαντάσματα που χτες ονομάζονταν
γεγονότα.
 
Πίσω από την καθημερινή κόλαση των λέξεων,
τα ποιήματα ανασαίνουν ζωντανά
και το καθαρό τους νόημα καθρεφτίζει
παντού μια φανταστική ευτυχία που ποτέ
δε θα πυρποληθεί.
 
Ανάμεσα στην πραγματικότητα και σε ‘μένα
υπάρχει ο μύθος της πραγματικότητας,
όπου τα πράγματα χαίρονται την παράλογη
πλευρά τής ύπαρξής τους.
 
Του φώναξα πως ήτανε γυμνός και μου
αποκρίθηκε πως φόραγε τη γύμνια απάνω
από τα ρούχα του.
 
Όταν θα βασιλέψω ανάμεσα τού δέντρου
και τού ποταμιού, το ποίημα θα ‘ναι πράσινο.
 
Αυτός επάλευε με τα βουνά. Λοιπόν, τον
καταβρόχθισαν οι λάκκοι απ’ έξω από το
σπίτι του.
 
Για κάθε ποίημα ισχύει ένας κανόνας.
Ό,τι κυκλοφορεί σε πρώτη αίσθηση, σαρώνεται
από μιαν άλλη αίσθηση που φέρνει
στην επιφάνεια εκθαμβωτικές αποκαλύψεις.
 
Κι όλα του τα ποιήματα ήτανε αυτή η
αυξανόμενη πραγματικότητα του θανάτου
τού σώματος μέσα σε μια φοβερή εμπλοκή
σχέσεων με το χρόνο, πτώσεων, συμβιβασμών
και θριάμβων.
 
Φίλε ποιητή, μιλάς μια γλώσσα που γιομίζει
την κάμαρα με χώματα. Λοιπόν,
θ’ ανοίξω το παράθυρο για να μπουν τα νερά
και τα ψάρια.
 
Άσπρη πέτρα κάτασπρη,
την πετάς στον ουρανό,
έτσι έρχεται το βράδυ.
 
Εκείνη η μέρα ήτανε ένα αθόρυβο κύλισμα
τής αιωνιότητας μέσα στ’ αυλάκια
του χρόνου. Τα δέντρα γεννούσαν εκατομμύρια
πουλιά. Κανένα σύννεφο, κανένας θάνατος.
Όλοι ανέβαιναν να γιορτάσουν
στα βουνά κι οι κλέφτες τού έρωτα λιποθυμούσαν
μες στην έκσταση.
 
Κάθε φορά που σκέφτομαι, μεταμορφώνομαι
σ’ ένα πουλί που ξέρει μόνο από κελαηδισμούς.
 
Μονάχος με τη μοναξιά μου και τις λέξεις μου,
αγωνίζομαι να συναρμολογηθώ,
να ‘βρω ένα πρόσωπο που να ταιριάζει
με το πρόσωπό μου. Δεν ονειρεύομαι όταν λέω
πως μ’ έκοψαν στα δυο τα σύννεφα και τα φαντάσματα.
 
Ένα χωράφι κάτασπρο στον ήλιο, ένα
πουλί σκοτεινό σαν την καρδιά τής μέρας,
το σπίτι δροσερό, μέσα στην κάμαρη ανασαίνει
ένα καινούργιο δέντρο. Και πόσος ίσκιος,
πόση ποίηση, όταν κοιμάμαι.
 
Δοκιμάζοντας ένα ρυθμό καινούργιο σε
τούτο το ποίημα, αναπήδησα ξάφνου αλαφιασμένος,
σα να μου χτύπησε την πόρτα ο αναμενόμενος.
 
Οι λέξεις ματωμένες γεννηθήκανε, ταίριαξαν
τρέμοντας, κοιτάζοντας η μια την άλλη.
Τότε τα σύννεφα έφυγαν με μιας απ’ το μυαλό.
 
Κανείς δεν ξέρει ποια τρομαχτικήν ανάσταση
σχεδιάζουν αυτά τα νέα ποιήματα.
Το αίμα τους καίει τα δάχτυλα και στάζει
τώρα στα χώματα. Από τις πέτρες
βγάζουν το κεφάλι τους ανεξήγητες,
εκκωφαντικές κραυγές.
 
Με το ‘να φως με τ’ άλλο φως γινόταν
πολύ φως, γινότανε σκοτάδι.
 
Ήθελε να προσθέσει τούτη την εικόνα
και την άλλη εικόνα. Ν’ ανακατέψει κάτι
από τη σκοτεινιά της γης και την αρμύρα
τού έρωτα. Έπειτα συλλογίστηκε πως
ένα ποίημα ακούγεται καμιά φορά καλύτερα
μες απ’ τα χάσματά του και τις αποσβέσεις του.
 
Παλιό μου ποίημα, σκοτεινό κι ασάλευτο πιθάρι,
θησαυρίζοντας σημασίες από το χρόνο,
περιέχοντας τώρα ένα ήσυχο φως,
με τη γαλήνη του προστατεύοντας
τ’ όνομά μου απ’ το θάνατο.
 
Τη νύχτα τούτη μεταμορφώθηκες άξαφνα
σε δέντρο. Ο έρωτας περνούσε σφυρίζοντας
αλαφρά μέσα από τα φυλλώματά του.
Κοιμήθηκες μονάχα την αυγή. Και ‘μένα
το μυαλό μου σπάραζε σε μια τρομαχτική
ωριμότητα.
 
Χαμηλώνεις το σκούρο κεφάλι σου,
πλημμυρίζοντας τις παλάμες μου με δάκρυα.
Φτωχές παλάμες, ασυνήθιστες σε τόσο
καυτερά δώρα. Ο αέρας κρέμεται στο δέντρο
ασάλευτος κι η νύχτα τού καλοκαιριού
είναι μια χώρα που δεν κατακτήθηκε ποτέ.
 
Το μόνο κατοικίδιο ζώο που έχω τώρα,
είναι ο θάνατος μου. Κι εσύ τον τρέφεις
από ‘μένα όταν πεινάει.
 
Κάθε καινούργιος έρωτας σού δίνει ένα
άλλο πρόσωπο, σε φέρνει ν’ αντιμετωπίσεις
ακόμη μια φορά τη μοναξιά σου.
Όταν ο έρωτας φύγει, το κενό θυμίζει
χώρο εγκλήματος.
 
Μια μέρα ολάκερη δίχως κανένα ποίημα,
δίχως σταλαματιά μελάνι. Πίσω από τα
φτερά του ο ήλιος πεθαίνει και το αγαθό
βράδυ ήταν ως αργά γεμάτο δέντρα και νερά.
 
Ήσυχη συμφιλίωση με τον αέρα και το
φως, με τα πουλιά και με τα θαύματα.
Ύστερα ο ποιητής, χωνεύοντας τη σκοτεινιά του,
δίνοντας μια πνοή στα ταπεινά,
στα εξέχοντα τού βίου.

                                               Γ. Σ.
Πάντα τον φανταζόμουν να γράφει τα
ποιήματα ισοζυγιάζοντας τη γλώσσα τής
συνείδησης με τη συνείδηση τής γλώσσας του.
 
Το ποίημα σε λίγο τελειώνει. Όλα ήτανε
καθαρά, με το ρυθμό που ταίριαζε και με
την τάξη τους. Μονάχα εκεί, σε μια στροφή,
σαν κάτι ανέκφραστο σκοτείνιαζε κι
αντιστεκότανε περήφανο στο κατώφλι
των λέξεων. Τότε κατάλαβα πως μονάχα με
τέτοιες ανταρσίες ένα ποίημα υπάρχει,
στέκεται στα πόδια του.
 
Ήτανε ένα ποίημα. Κι ήτανε γιομάτο
τρύπες. Έτσι, έβλεπες τον ποιητή να τρώει
και να ερωτεύεται, να βγάζει τα παπούτσια του
και να κοιμάται.
 
Έγραφε όλη τη νύχτα. Οι στίχοι πηδούσαν
από τα χειρόγραφά του σαν πουλιά
κι οι δολοφονημένοι ποιητές ούρλιαζαν
μέσα του πεινώντας και γυρεύοντας μερίδιο
από τα θαύματα.
 
Τώρα κοιμόταν. Μα πίσω από τον ύπνο του
έμενε ακόμα ξάγρυπνος, συνέχιζε το ποίημα.
Κι οι λέξεις του, απειθάρχητες,
κατέγραφαν τα πράγματα μ’ έναν
 
καινούργιο τρόπο που τον γεμίζει αγαλλίαση,
σα να εκδικιόταν έτσι έναν αόρατο,
τρομαχτικό δυνάστη.
 
Ένας επαναστάτης ποιητής, χωμένος
μέσα στην ασφάλεια τής γλώσσας, μέσα
στη σιγουριά τής λεκτικής κοινοκτημοσύνης,
με κάποια εποπτική στάση τού πνεύματος,
με κάποια υπεροψία, ωστόσο
χωμένος αναπαυτικά σε τούτη τη ζεστή
φωλιά, δίχως κανένα πειρασμό, δίχως κανένα
κίνδυνο, καμιά επανάσταση,
καμιά θυσία.
 
Είπε, θα σας διαβάσω αυτό το ποίημα.
Και βάζοντας το χέρι για να πάρει το
χειρόγραφο, τράβηξε απ’ το συρτάρι του
με κόπο το ήσυχο κεφάλι ενός νεκρού.
 
Και μέσα σε ‘κείνες τις τρομαχτικές εικόνες
που διαδέχονταν η μια την άλλη
σκοτεινιάζοντας το χώρο τού ποιήματος,
φέρνοντας απειλητικά μηνύματα, ξάφνου
αυτές οι λίγες λέξεις, το σύντομο αντιφέγγισμα
τής θάλασσας, ο βράχος στο νερό,
η νοστιμιά, η αρμύρα.
 
Άρπαξα το ποτάμι απ’ το λαιμό, σφυρίζοντας
έναν παλιό σκοπό για ‘κείνους που
χάθηκαν στο ποτάμι.
 
Οι λέξεις που έμειναν έξω από το ποίημα,
συνεπαρμένες από μιαν ατελείωτη παραφορά,
σωστές μαινάδες, παίρνανε πέτρες
και λιθοβολούσανε, βρίζοντας ακατάπαυστα,
και τον ποιητή και τους διαβάτες.
 
Ας αφήσουμε τα λόγια. Γνώση τού ποταμιού
σημαίνει να ‘σαι μέσα στο ποτάμι.
 
Οι πρώτες λέξεις μέσα στο ποίημα κραυγάζανε
απειθάρχητες, λες και βρισκόντανε
σε διαδήλωση. Οι τελευταίες γονάτιζαν
χαμένες στη σιωπή και την έκσταση.
 
Το αίνιγμα κι η σαγήνη εκείνου του ποιήματος
ήταν πως κάθε στίχος του έδινε
και μιαν υπόσχεση που ποτέ δεν εκπληρωνόταν.
 
Να βάλω εδώ το δέντρο και τη θέα τ’ ουρανού.
Πιο κάτω τον αέρα, το πουλί, τα χαμηλά
σπίτια τής πολιτείας. Στο μεταξύ,
να μην παραμελήσω κάτι από τη μνήμη,
τη φωτιά, τον κίνδυνο. Τέλος, να βάλω
μια κραυγή, σα να γκρεμίζουν κάποιον
απ’ το πέμπτο πάτωμα. Για να σταθεί το
ποίημα ανάμεσα σε τόσα θεάματα,
τόσες εικόνες.
 
Τελείωσε κουρασμένος, μα το ποίημα τού
φαινότανε βαρύ, γεμάτο πέτρες. Βεβαίως
υπήρχε λίγο φως, λίγο απ’ τη ρέμβη τ’ ουρανού,
φωνές τής θάλασσας, ένα παράξενο άνθος.
Όμως οι πέτρες τον δυσκόλευαν.
Περσότερο από τις παγίδες,
τις καταπαχτές που είχε σκορπίσει εδώ κι εκεί
για τους υποκριτές και τους ανύποπτους.
 
Μέσα στη μεσημεριάτικη γαλήνη, μόλις
ακούγεται η ψιλή βροχή. Ανοίγω το παράθυρο
και χαίρομαι. Ονειρεύομαι πως θα ‘ρθει
κάποτε ο καιρός που ο λύκος και
τ’ αρνί θα ξεδιψάνε από το ίδιο ποτάμι.
Τότε θα λάμπει του θεού το πρόσωπο.
Τότε των ποιητών τα ποιήματα θα ‘ναι
όπως οι λόφοι πάνω στα ορυχεία, όταν
περνάει ο αέρας και σαλεύουν τα πουλιά τους
και τα σπλάχνα τους.

 

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

ΤΟ ΝΗΣΙ

Στίχοι: Κανιούρας Σπύρος
Μουσική: Γιουνανλής Μιχάλης
Ερμηνεία: Λάσκαρις Γιώργος


Τι κι αν θυμάμαι πια εκείνο το νησί
που 'χε κρυφή μαγεία να μένει
γι' άλλους άδικο για 'μας γλυκό κρασί
μοίρα που αντί να δίνει παίρνει
 
Μα πώς τα έφερε η τύχη κι η ζωή
εσύ καράβι αλαργινό μου
που πάντα φεύγει γεμάτο απ' το νησί
και 'γω στα βράχια του να μένω εδώ
 
Πώς να ξεχάσω την ανάσα τη ζεστή
πώς να ρίξω βότσαλο στη θάλασσα
ν' αλλάξει πάλι η δική μου η ζωή
που για σένα μάτια μου χαράμισα
 
Η ψυχή σου άμμος που δεν άγγιξα
κι η ζωή μου πέτρα που τη ράγισα

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

ΚΑΤΑ ΒΑΘΟΣ

Στίχοι: Κανιούρας Σπύρος
Μουσική: Γιουνανλής Μιχάλης
Ερμηνεία: Λάσκαρις Γιώργος
Πως θα φύγεις το 'ξερα μέσα μου καλά
Πως δε μένεις το 'ξερα απ' την πρώτη στιγμή
Όλα αυτά που ζήταγα λάθη ήταν εφήμερα
που όσο κι αν τα λάτρεψα καίνε σα μια φωτιά
Κατά βάθος το 'νιωθα, απ' την πρώτη στιγμή
 
Κατά βάθος ήμουνα σώμα στο κενό
Κατά βάθος ήσουνα πάθος μου μυστικό
Όλα αυτά που σου 'δινα της ψυχής μου πολύτιμα
Χάδια, λόγια και φιλιά πόνο φέρνουν ξανά
Κατά βάθος το 'ξερα απ' την πρώτη στιγμή
 
Όλα αυτά που ζήταγα λάθη ήταν εφήμερα
που όσο κι αν τα λάτρεψα καίνε σα μια φωτιά
Κατά βάθος το 'νιωθα, απ' την πρώτη στιγμή



Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

ΑΔΕΙΑ ΜΟΥ ΑΓΚΑΛΙΑ (Into my arms)

Απόδοση Στίχων: Σαββάπουλος Διονύσης
Μουσική: Cave Nick
Παρούσα ερμηνεία: Ιωαννίδης Αλκίνοος
Δε θα 'θελα εδώ Θεός να επέμβει
και ας ξέρω, φως μου, πως τυφλά τον υπακούς
Σκυφτός εγώ, γονατιστός, θα του ζητούσα
να μην επέμβει στους θολούς σου δισταγμούς

Μη σε φέρει, μη σε στείλει
μη σ΄ αγγίξει τόσο δα
και επιτέλους αν σε στείλει
να σε στείλει εδώ ξανά

Χέρια μου αδειανά, Χριστέ
άδεια μου αγκαλιά, Χριστέ μου
Χέρια μου αδειανά, Χριστέ
άδεια μου αγκαλιά

Αν και για μένα αγγελούδια δεν υπάρχουν
μόλις σε δω κοντεύουν να επαληθευτούν
Αχ θα τα εσύναζα και θα τα εκλιπαρούσα
με τις φλογίτσες τους στο πλάι σου να σταθούν

Να σου φέγγουν να βαδίζεις
εν χάριτι ομορφιάς
σα Χριστός πάνω απ΄ τη λίμνη
και σε μένα να γυρνάς

Βαμμένος είμαι στην αγάπη
έτσι ήσουν πάντοτε κι εσύ
Πιστεύω σ΄ ένα μονοπάτι
που θα 'μαστε μαζί

Κι έτσι ας καίνε οι λαμπάδες
στα μονοπάτια στα βουνά
κι εκείνη πάντα θα επιστρέφει
κάθε στιγμή παντοτινά

Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ

Στίχοι: Βεκρή Μάρθα
Μουσική: Μαυρουδής Νότης
Ερμηνεία: Μαργιόλα Σαββέρια
Φτερουγίζεις τις νύχτες
με φτερά κουρασμένα
που θαμπώνουν στον ήλιο
την αλήθεια, το ψέμα
 
Ματωμένες οι ράγες
που η ψυχή σου γλιστράει
και τρομάζει και κλαίει
τ' όνειρό της ζητάει
 
Ένα όνειρο που σώζει
σαν παιδί δροσιά γεμάτο
μια ελπίδα στολισμένη
με γιρλάντες του Σαββάτου
Ένα όνειρο ασπίδα
να σε θρέψει με το γάλα
σ' ένα κόσμο που χωλαίνει
στα μικρά και στα μεγάλα
 
Τριγυρίζεις χαμένος
κι όλο λες: θα σκορπίσουν
σύννεφα ματωμένα
απ' του κόσμου το αίμα
 
Και μετράς τις πληγές σου
που ανοίγουν τα βράδια
τις φιλάς, τις γιατρεύεις
με τ' ονείρου τα χάδια
 

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

ΟΙ ΠΟΝΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Στίχοι: Βάρναλης Κώστας
Μουσική: Θάνου Λουκάς
Πρώτη ερμηνεία: Ξυλούρης Νίκος
Παρούσα ερμηνεία: Χαρούλης Γιάννης
 
Πού να σε κρύψω γιόκα μου
να μη σε φτάνουν οι κακοί
σε ποιο νησί του ωκεανού
σε ποια κορφή ερημική;

Δε θα σε μάθω να μιλάς
και τ' άδικο φωνάξεις
ξέρω πως θα χεις την καρδιά
τόσο καλή τόσο γλυκή
που μες στα βρόχια της οργής
ταχειά, ταχειά θε να σπαράξεις
 
Συ θα'χεις μάτια γαλανά
θα 'χεις κορμάκι τρυφερό
θα σε φυλάω από ματιά κακή
και από κακό καιρό
 
Από το πρώτο ξάφνιασμα
της ξυπνημένης νιότης
δεν είσαι 'συ για μάχητες
δεν είσαι 'συ για το σταυρό
εσύ νοικοκερόπουλο
όχι σκλάβος, όχι σκλάβος ή προδότης
 
Κι αν κάποτε τα φρένα σου
το δίκιο φως της αστραπής
κι αν την αλήθεια σου ζητήσουνε
παιδάκι μου να μην τα πεις
 
Θεριά οι ανθρώποι δεν μπορούν
το φως να το σηκώσουν
δεν είναι η αλήθεια πιο χρυσή
απ' την αλήθεια της σιωπής
χίλιες φορές να γεννηθείς
τόσες, τόσες θα σε σταυρώσουν


Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

ΚΙ ΑΝ ΜΕ ΒΓΑΛΑΝΕ ΕΛΕΝΗ

Στίχοι: Σούσης Ισαάκ
Μουσική: Πασχαλίδης Μιλτιάδης
Ερμηνεία: Τσαλιγοπούλου Ελένη
Λόγια μην ακούς του κόσμου
και κουβέντες μασημένες,
ήμουν πάντα ο εαυτός μου
που δεν τον μοιράστηκα.
Λάμπουν κάποτε οι αλήθειες,
πάντα αργοπορημένες,
μα να εξηγώ στον κόσμο
μάτια μου κουράστηκα.
 
Κι αν με βγάλανε Ελένη
ούτε με ρωτήσανε.
Ερωτεύτηκαν μια ξένη
που δε συναντήσανε.
Κι εγώ έπαιρνα τα πλοία
μοναχή και γέλαγα
και γινόμουν τρικυμία
στα νεκρά τα πέλαγα, στα πέλαγα.
 
Σα γεφύρι το φιλί μου
σε ποτάμια στερεμένα
και τ' ανέγγιχτο κορμί μου
λίμνη σ' οροπέδιο.
Μια ομίχλη η ζωή μου
σε στρατόπεδα χαμένα
και καταυλισμός ονείρων
έξω από το σχέδιο, το σχέδιο.
 
Κι αν με βγάλανε Ελένη
ούτε με ρωτήσανε.
Ερωτεύτηκαν μια ξένη
που δε συναντήσανε.
Κι εγώ έπαιρνα τα πλοία
μοναχή και γέλαγα
και γινόμουν τρικυμία
στα νεκρά τα πέλαγα, στα πέλαγα.
 
Λόγια μην ακούς του κόσμου.


Φεγγάρι - Αρτινός Στάθης

Στίχοι/ Μουσική/ Ερμηνεία:
Αρτινός Στάθης
 
Άραγε να βλέπουμε
το ίδιο το φεγγάρι
κάθε που βραδιάζει
στην άδεια μου καρδιά;
 
Κάθε που τα μάτια σου
κοιτάζουν στην ψυχή μου
κομμάτια ο πόνος γίνεται
κι ανθίζει η χαρά
 
Τι να σου μοιάζει αστέρι μου,
σκοτάδι κι ουρανέ μου
Κάθε τη δύση που κοιτώ
σε βλέπω να γελάς
 
Γίναν όλες οι μουσικές
τραγούδια θησαυρέ μου
για να στα τραγουδάω
κάθε που με κοιτάς
 
Κι όταν περάσει ο καιρός
και η φωνή μου σβήσει
λέξεις θα γράφω για καημούς,
για λύπες και χαρές
 
Για σένα και για μένανε
ως της ζωής τη δύση
θα μοιάζει το φεγγάρι μας
με άγιες προσευχές
 
Γίναν όλες οι μουσικές
τραγούδια θησαυρέ μου
για να στα τραγουδάω
κάθε που με κοιτάς
 
Άραγε να βλέπουμε
το ίδιο το φεγγάρι;



Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

ΤΩΝ ΑΘΑΝΑΤΩΝ

Ποίηση: Παλληκαρίδης Ευαγόρας
Μουσική: Λάγιος Δημήτρης
 
Των αθανάτων το κρασί
το 'βρετε σεις και πίνετε
ζωή για σας ο θάνατος
κι αθάνατοι θα μείνετε


http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CF%85%CE%B1%CE%B3%CF%8C%CF%81%CE%B1%CF%82_%CE%A0%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

ΣΧΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ, ΡΙΤΣΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ

Η σύνθεση ανήκει στην Υδρία, συλλογή πολύστιχων ποιημάτων, αφιερωμένη στη Φωτεινούλα Φιλιακού, αγαπημένη βαφτιστικιά του ποιητή, που χάθηκε στα δυο της χρόνια.

(Αποσπάσματα)

- I -
 
Ό,τι έφυγε, ριζώνει εδώ, στην ίδια θέση, λυπημένο, αμίλητο
όπως ένα μεγάλο βάζο του σπιτιού, που πουλήθηκε κάποτε σε δύσκολες ώρες,
και στη γωνία της κάμαρας, εκεί που στέκονταν το βάζο,
απομένει το κενό πυκνωμένο στο ίδιο σχήμα του βάζου, αμετάθετο,
ν' αστράφτει διάφανο στην αντηλιά, όταν ανοίγουν πότε πότε τα παράθυρα,
και μέσα στο ίδιο βάζο, που 'χει αλλάξει την ουσία του
με ίδια κι ισόποσην ουσία απ' το κρύσταλλο τού άδειου,
μένει και πάλι το ίδιο εκείνο κούφωμα, λίγο πιο οδυνηρά ηχητικό μονάχα.
 
Πίσω απ' το βάζο διακρίνεται το χρώμα του τοίχου
πιο σκοτεινό, πιο βαθύ, πιο ονειροπόλο,
σα να 'μεινε η σκιά του βάζου σχεδιασμένη σε μια σαρκοφάγο -
Και, κάποτε, τη νύχτα, σε μιαν ώρα σιωπηλή,
ή και τη μέρα, ανάμεσα στις ομιλίες,
ακούς βαθιά σου κάποιον ήχο οξύ, πικρό και πολυκύμαντο
σάμπως ένα αόρατο δάχτυλο να έκρουσε
κείνο το απόν, ευαίσθητο, κρυστάλλινο δοχείο.
 
 
- II -
 
Ποτέ δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ' τα σπίτια τους,
τριγυρίζουν εκεί, μπλέκονται στα φουστάνια τής μητέρας τους
την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΐ κι ακούει το νερό να κοχλάζει
σα να σπουδάζει τον ατμό και το χρόνο. Πάντα εκεί -
 
Και το σπίτι παίρνει ένα άλλο στένεμα και πλάτεμα

σάμπως να πιάνει σιγαλή βροχή
καταμεσής καλοκαιριού, στα ερημικά χωράφια.
Δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά. Μένουν στο σπίτι
κι έχουν μια ξέχωρη προτίμηση να παίζουν στον κλεισμένο διάδρομο
και κάθε μέρα μεγαλώνουν μέσα στην καρδιά μας, τόσο
που ο πόνος κάτω απ' τα πλευρά μας, δεν είναι πια απ΄τη στέρηση
μα απ' την αύξηση. Κι αν κάποτε οι γυναίκιες βγάζουν μια κραυγή στον ύπνο τους,
είναι που τα κοιλοπονάνε πάλι.
 
 
- III -
 
Κάποτε, μες στο βράδυ της άνοιξης, ένα παιδί σηκώνεται και φεύγει ανεξήγητα
χωρίς κανείς να το μαλώσει' σηκώνεται αργά, απροειδοποίητα,
εκεί που καθόταν ήσυχα στο χώμα
κι η θέση του στο χώμα μένει ζεστή
και το σχήμα της στάσης του αχνίζει ακόμη στο δροσερόν αέρα
σχηματίζοντας ένα άλλο παιδί από υπόλευκη ζέστα. Τότε ολόγυρα
μαζεύονται, σα γύρω από μιαν άσπρη φωτιά, τα μικρά πρόβατα
να ζεσταθούνε' και λίγο πιο πέρα
ένα ψηλό, ολομόναχο, άσπρο άλογο
φέγγοντας όλο κάτω απ΄ την αστροφεγγιά
κλαίει με μεγάλα, κατάφωτα δάκρυα, κρατώντας ολόρθο το κεφάλι του.
 
 
- V -
 
Τα βράδια του καλοκαιριού, την ώρα που κλείνουν τα δημόσια πάρκα
και τα μικρά κορίτσια με τις παραμάνες τους γυρίζουν στα σπίτια τους
κι άλλα μικρότερα μες στα καρότσια τους, κοιμισμένα κιόλας,
πίσω τους έρχονται σε μια βουβή, αόρατη ακολουθία, τα πεθαμένα κορίτσια,
ωχρά, με μαραμένα μαλλιά, κρατώντας στα δεμένα χέρια τους
τις ξερές ανθοδέσμες τους, σα μικρά ποιήματα
που δεν πρόφτασαν να τα μάθουν απ' έξω.
 
Στέκουν από μακριά και κοιτάζουν τις κορδέλες και τα παιχνίδια κρεμασμένα στα περίπτερα,
τη φωτισμένη, ταπεινή βιτρίνα του γειτονικού ψιλικατζίδικου
αφήνοντας σε κάθε βήμα τους ένα χώρο εσωτερικό που τον γεμίζει αμέσως
μια σκιά μενεξεδένια και ρόδινη. Φτάνουν ως έξω απ' το σπίτι τους,
κοιτούν το κλεισμένο παιδικό τους παράθυρο,
υψώνουν μια στιγμή το χέρι, μα δε χτυπούν τη γρίλια. Από μέσα
ακούνε οι γονείς το χτύπημα' αφήνουν την πετσέτα να πέσει στο τραπέζι
σα να πέφτει ένα μεγάλο ξερό φύλλο πάνω στο χρόνο. Ανοίγουν την πόρτα.
 
Δεν είναι τίποτα. Βλέπουν μονάχα
τα μαραμένα αστέρια, τον άδειο ουρανό, τον άδειο κόσμο
και ξανακλείνουν την πόρτα σα να μπαίνουν μέσα τα παιδιά τους.
 
 
- IX -
 
Ζει η απουσία λοιπόν, μαζί μας ή και μόνη της, τη ζωή της,
χειρονομεί αδιόρατα, σωπαίνει, φθείρεται, γερνάει
σαν ύπαρξη σωστή, με το βουβό χαμόγελο που ρυτιδώνει λίγο λίγο
το στόμα και τα μάτια, με το χρόνο το δικό μας μετρημένη,
χάνοντας χρώματα, πληθαίνοντας τη σκιά της -
ζει και γερνάει μαζί μας και χάνεται μαζί μας, κι απομένει σε ό,τι αφήνουμε.
 
Και πρέπει να προσέχουμε την κάθε κίνηση και σκέψη μας και λέξη
γιατί, για ό,τι γίνεται 'κείνο που λείπει,
φέρουμε τώρα, εμείς μονάχα, ακέρια την ευθύνη.
 
 
- XI -
 
Ένα μικρό κορίτσι, ανύποπτα, νυχτώθηκε άξαφνα μέσα στη λύπη.
Τι 'ταν λοιπόν η ζωή; Κι αυτός ο πόνος; Κι η κραυγή τούτη;
Ήταν δικά του αυτά; Και περίμεναν πίσω απ΄ το γέλιο του
πανέτοιμα κι επίβουλα; Κι αυτά τ' αγαπημένα πρόσωπα
που έσκυβαν πάνω του, μακρινά κιόλας; Άνοιξε ήσυχα, λοιπόν,
την πόρτα ενός άστρου, μπήκε μέσα προφυλακτικά να μην ακούσουμε,
μα όλες τις νύχτες 'κείνη η πόρτα ανοιχτή
χτυπάει απ' τον αγέρα του μικρού λυγμού του. Κι ούτε μπόρεσε να σηκωθεί πια να την κλείσει.
           Ούτε μπορούμε (είναι μακριά) να την κλείσουμε.
 
 
- XXXII -
 
Δε μας γνωρίζει τίποτα. Μα εσύ επιμένεις αόρατη
να μας γνωρίσεις πάλι με τη ζωή - να συμμαχήσουμε. Αν είναι
το βλέμμα σου μέσα στο βλέμμα μας, δε θ' αρνηθούμε
να δούμε, να μιλήσουμε, να κινηθούμε. Αυτός ο νέος
ίσως μια μέρα και να σ' αγαπούσε. Ετούτα τα κορίτσια
ίσως και θα ΄ταν φιλενάδες σου. Σε τούτο το σχολείο
θα πήγαινες μεθαύριο. Κι έτσι μέσα στη νύχτα
που φεύγουμε ξένοι, μπρος σε δυο σειρές ακατοίκητα σπίτια,
κάτω από γλόμπους χωρίς αχτίνες σαν κλεισμένα χέρια,
μια γλάστρα ποτισμένη που στάζει απ' το παλιό μπαλκόνι
εμπιστεύεται πάλι τον ήχο της σ' εμάς' μια πόρτα
μισανοιγμένη, ξαγρυπνάει για ΄μας κι αυτός ο ξύλινος πάγκος
παρατημένος καταμεσής στην ερημιά, εμάς περίμενε να καθίσουμε, ξέροντας
πως κάπου εκεί, σ' ένα μοναχικό παράθυρο, κρεμασμένο
ψηλά στη νύχτα, εσύ, πίσω απ' το δαντελένιο κουρτινάκι,
περιμένεις να σου χαμογελάσουμε.
 
Αθήνα,
Φεβρουάριος - Μάρτης 1958