Σάββατο, 28 Ιουλίου 2012

ΑΝΕΜΟΛΟΓΙΟ

Στίχοι: Τριπολίτης Κώστας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Ερμηνεία: Μικρούτσικος Θάνος, Χρήστος Θηβαίος,
Πασχαλίδης Μίλτος
Έβγαλε βρώμα η ιστορία ότι ξοφλήσαμε
είμαστε λέει το παρατράγουδο στα ωραία άσματα
και επιτέλους σκασμός οι ρήτορες πολύ μιλήσαμε
στο εξής θα παίζουμε σ' αυτό το θίασο μόνο ως φαντάσματα

Κάτω οι σημαίες στις λεωφόρους που παρελάσαμε
άλλαξαν λέει τ' ανεμολόγια και οι ορίζοντες
μας κάνουν χάρη που μας ανέχονται και που γελάσαμε
τώρα δημόσια θα έχουν μικρόφωνο μόνο οι γνωρίζοντες

Βγήκαν δελτία και επισήμως ανακοινώθηκε
είμαστε λάθος μες το κεφάλαιο του λάθος λήμματος
ο σάπιος κόσμος εκεί που σάπιζε ξανατονώθηκε
κι οι εξεγέρσεις μας είναι εν γένει εκτός του κλίματος

Δήλωσε η τσούλα η ιστορία ότι γεράσαμε
τις εμμονές μας περισυλλέγουνε τα σκουπιδιάρικα
όνειρα ξένα, ράκη αλλότρια, ζητωκραυγάσαμε
και τώρα εισπράττουμε απ' την εξέδρα μας βροχή δεκάρικα

Ξέσκισε η πόρνη η ιστορία αρχαία οράματα
τώρα για σέρβις μας ξαποστέλνει και για χαμόμηλο
την παρθενιά της επανορθώσαμε σφιχτά με ράμματα
την κουβαλήσαμε και μας κουβάλησε στον ανεμόμυλο




ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΕΧΩ ΒΑΡΕΘΕΙ

Στίχοι: Κούρτοβικ Δημοσθένης & Biermann Wolf
Μουσική: Μικρούτσικος Θάνος
Ερμηνεία: Θηβαίος Χρήστος & Πασχαλίδης Μίλτος

Τις κρύες γυναίκες που με χαϊδεύουν
τους ψευτοφίλους που με κολακεύουν
που απ’ τους άλλους θεν' παλικαριά
κι οι ίδιοι όλο λερώνουν τα βρακιά
σ’ αυτήν την πόλη που στα δυο έχει σκιστεί
τους έχω βαρεθεί.

Και πέστε μου, αξίζει μια πεντάρα
των γραφειοκρατών η φάρα
στήνει με ζήλο περισσό
στο σβέρκο του λαού χορό
στης ιστορίας τον χοντρό τον κινητή
την έχω βαρεθεί.

Και τι θα χάναμε χωρίς αυτούς όλους
τους Γερμανούς, τους προφεσόρους
που καλύτερα θα ξέρανε πολλά
αν δε γεμίζαν ολοένα την κοιλιά.
Υπαλληλίσκοι φοβητσιάρηδες, δούλοι παχιοί
τους έχω βαρεθεί.

Κι οι δάσκαλοι της νεολαίας νταντάδες
κόβουν στα μέτρα τους τους μαθητάδες
κάθε σημαίας πλαισιώνουν τους ιστούς
με ιδεώδεις υποτακτικούς
που είναι στο μυαλό νωθροί
μα υπακοή έχουν περισσή
τους έχω βαρεθεί.

Κι ο παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος
κέρδος ποτέ μα από παθήματα χορτάτος
που συνηθίζει στην κάθε βρωμιά
αρκεί να έχει γεμάτο το ντορβά
και επαναστάσεις στ’ όνειρά του αναζητεί
τον έχω βαρεθεί.

Κι οι ποιητές με χέρι υγρό
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό,
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια
με τους σοφούς του κράτους τα 'χουνε πλακάκια
σα χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί
τους έχω βαρεθεί.

Κι οι ποιητές με χέρι υγρό
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια
με τους σοφούς του κράτους τα 'χουνε πλακάκια
σα χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί
τους έχω βαρεθεί.

Σα χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί
τους έχω σιχαθεί.

ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ ΝΙΚΟΣ & ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ ΘΑΝΟΣ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Στίχοι: Καββαδίας Νίκος
Μουσική: Μικρούτσικος Θάνος
Ερμηνεία: Κούτρας Γιάννης

ΕΝΑ ΜΑΧΑΙΡΙ
Στίχοι: Καββαδιάς Νίκος
Μουσική: Μικρούτσικος Θάνος
Ερμηνεία: Παπακωνσταντίνου Βασίλης

ΛΥΧΝΟΣ ΤΟΥ ΑΛΛΑΔΙΝΟΥ
Στίχοι: Καββαδίας Νίκος
Μουσική: Μικρούτσικος Θάνος
Ερμηνεία: Θηβαίος Χρήστος

ΟΙ ΕΦΤΑ ΝΑΝΟΙ ΣΤΟ SS CYRENIA
Στίχοι: Καββαδίας Νίκος
Μουσική: Μικρούτσικος Θάνος
Ερμηνεία: Μικρούτσικος Θάνος

ΓΥΝΑΙΚΑ
Στίχοι: Καββαδίας Νίκος
Μουσική: Μικρούτσικος Θάνος
Ερμηνεία: Μικρούτσικος Θάνος &  Θηβαίος Χρήστος


Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

Ζακ Στεφάνου

ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΤΟΥ ΜΥΑΛΟΥ ΣΟΥ
Στίχοι/ Μουσική/ Ερμηνεία:
Ζακ Στεφάνου

Η ΝΥΧΤΑ ΜΕΤΑ
Στίχοι/ Μουσική/ Ερμηνεία:
Ζακ Στεφάνου

ΔΕΙΞΕ ΜΟΥ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ
Στίχοι/ Μουσική/ Ερμηνεία:
Ζακ Στεφάνου

ΓΙΑ ΔΥΟ ΜΑΤΑΚΙΑ
Στίχοι/ Μουσική/ Ερμηνεία:
Ζακ Στεφάνου

Κυριακή, 22 Ιουλίου 2012

ΡΑΦΤΟΠΟΥΛΟΣ ΙΩΣΗΦ (1890 - 1923)

ΕΓΩ
Είμαι παιδί και πάω σκυφτός σα να 'χω πια γεράσει,
κάνοντας μ' όσους συντροφιά τα ογδόντα έχουνε φτάσει.
Φεύγουνε, ένας ένας και λεν: με τί, κόσμε, καημό σ' αφήνω!
"Έτσι η ζωή 'ναι", λέω κι' εγώ, που αγάλια αγάλια σβήνω.
Ώρες μιλάμε, κι' ύστερα, ως νυχτώσει, ξεκινάμε,
σιγά σιγά και σιωπηλοί το δρόμο δρόμο πάμε.
Και πηγαίνοντας επάνω μας πλανιέται το φεγγάρι,
τόσο πικρά, τον πόνο μου σα να 'χει εκείνο πάρει.



ΥΠΝΕ
Ύπνε, σου δέεται η ψυχή μου η μαύρη,
την τρισπόθητη φέρε, τη χρυσή
τη λησμονιά, που δεν μπορεί για να 'βρει
μ' αφιόνι, με μορφίνα, με κρασί.
Έτσι απαλά, γλυκά κι' ονειρεμένα
κι' ως θ' αναπαύουμαι βαθιά βαθιά,
ω ύπνε, γίνε ο θάνατος για μένα,
να μην ξαναξυπνήσω πια.


ΖΩΗ
Πλάση γλυκιά, γλυκύτατε ρυθμέ, αριθμέ, αρμονία,
άναρχε Λόγε, υιέ Θεού, πώς να σε πω, ζωή ;
Χρυσόνειρον η κάθε σου ξεχωριστή οπτασία,
μα άπονος είναι και σκληρός ο νόμος "πάντα ρει".

Ω να 'ταν με τ' αθάνατά σου τ' αγαθά στοιχεία
ένα το εγώ τ' ανθρώπινο, ή, τέλος, ω ζωή,
ωσάν λουλούδι ανθίζοντας να πλέει σ' ευδαιμονία,
δίχως του θανάτου αίσθηση και να φυλλορροεί!


ΈΤΣΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ
Έτσι με την αγάπη μου, το δρόμο - δρόμο ως πάω,
την υπερκαλοσύνη μου ροδόφυλλα σκορπάω.
Αχ! Και καθώς χαμογελά θωρώντας με η γλυκιά μου,
σ' ευγνωμοσύνης δάκρυα πάει ν' αναλυθεί η καρδιά μου.
Κι' όλο μιλάμε ολόχαρα και γίνονται λουλούδια
τα λόγια μας, και γίνονται των αηδονιών τραγούδια,
των αηδονιών, που γύρω μας πετώντας κελαϊδούνε:
γλυκός όπου 'ναι ο έρωτας, γλυκιά η αγάπη που 'ναι!


ΘΑ ΠΑΩ ΚΑΤΟΥ ΣΤΟ ΓΙΑΛΟ
Θα πάω κάτου στο γιαλό, να κάτσω στο ακρογιάλι,
να χύσω δάκρυα όσα μπορώ κι' όσο βαστάω να κλάψω,
για να φουσκώσει η θάλασσα, τα κύματα ν' ανάψουν,
το νιο ο γέρος να ρωτά, το ναύτη ο καπετάνιος:
- Στοιχειά μη να 'ναι και βογγούν, αγέροι και παλεύουν;
- Στοιχειά δεν είναι και βογγούν, αγέροι και παλεύουν,
  μόν' είν' τα δάκρυα του Γιαννιού, του χιλιοπονεμένου.


Τ' ΩΡΑΙΟ ΚΟΡΑΣΙ
Τ' ωραίο κοράσι είχε καθίσει
στο παραθύρι μιαν αυγή
με τα μεγάλα μαύρα μάτια
γιομάτα φως και συλλογή.

Κάποια χαράματα εγώ το είδα,
την ώρα της χρυσής σιωπής,
στο τρυφερό του προσωπάκι
το ρόδισμα είχε μιας αυγής.

Περνώντας ένα μεσημέρι,
που 'φεγγε ο ήλιος λαμπερός,
το πρόσωπό του ήταν σαν κρίνος,
σαν άσπρος κάτασπρος αφρός.

Κι ένα βράδυ κι ένα βραδάκι,
η κόρη του παραθυριού
εκάθονταν μ' όψη θλιμμένη,
σα μαραμένου λουλουδιού.

Κ' ύστερα πια δεν την ξαναείδα
κι ούδ' άλλος είχε ξαναδεί
την κορασίδα με τα μάτια
γιομάτα φως και συλλογή.


ΈΞ' ΑΠ' ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
Έξ' απ' την πολιτεία, ο Γιάννος πολεμάει,
και κρυφομουρμουρίζει και σιγοτραγουδάει :
"θα χτίσω ένα παλάτι, αγάπη μου, τρανό,
πιο 'μορφο από την πούλια κι' απ' τον αυγερινό".
Χι ! χι! γελάει ο κόσμος, που κείθενες περνάει,
κι' αλλήθωρα θωρώντας ο Γιάννος τραγουδάει:

"Τον ήλιο θέλω βάλει θύρα του παλατιού,
γύρωθε παραθύρια τ' αστέρια τ' ουρανού.
Τα χρυσοσυννεφάκια που στα ουράνια ανθούν,
του παλατιού μου εκείνα στολίδια θ' απλωθούν.
Θα φτιάξω ένα παλάτι, που δεν ξανάδε η γης,
να μπεις βασίλισσά μου κι' αστέρι της αυγής".

Χι! χι! γελάει ο κόσμος, που κείθενες περνάει. . .
Έξω απ' την πολιτεία ο Γιάννος πολεμάει.

Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

Α. Β. Γ., Ρίτσος Γιάννης

(γράφτηκε στη Μακρόνησο Αύγουστο - Σεπτέμβρη του 1949. Ανήκει στην ποιητική συλλογή "Πέτρινος Χρόνος")


(Μια μικρή παράκληση πριν την παράθεση του ποιήματος, εάν κάνετε τον κόπο να το διαβάσετε,
λίγο πιο πριν κάνετε έναν επιπλέον κόπο να διαβάσετε την ιστορία της Μακρονήσου 1947 -1958.
Η ιστορία με την αληθινή χροιά της είναι η μόνη που μπορεί να μας διατηρήσει Ανθρώπους με
συνείδηση, ώριμη σκέψη, ευθυκρισία και συναίσθημα -άσχετα με το αν η Παιδεία μας σήμερα με επιτυχία "επιδαψιλεύει" την άκριτη σκέψη και την άγνοια-. Εάν μπείτε σε αυτόν τον κόπο θα κατανοήσετε σε βάθος και τη συγκίνηση των επαναλήψεων του ποιήματος. Καλή ανάγνωση!)



Στον Δημήτρη Φωτιάδη

Τρία μεγάλα γράμματα
γραμμένα μ' ασβέστη στη ραχοκοκαλιά της Μακρόνησος.

(Όταν ερχόμαστε με το καράβι
στριμωγμένοι ανάμεσα στους μπόγους και στις υποψίες μας
τα διαβάσαμε πάνου απ' το κατάστρωμα
κάτου απ' τις βρισιές του χωροφύλακα, τα διαβάσαμε
εκείνο το ήσυχο πρωινό του Ιουλίου,
κι η αρμύρα κι η μυρουδιά της ρίγανης και το θυμάρι
δεν καταλάβαιναν καθόλου τι θα πουν αυτά τα τρία
ασβεστωμένα γράμματα.)

Α' Τάγμα.
Β' Τάγμα.
Γ' Τάγμα.

ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ
Κι η θάλασσα του Αιγαίου ήταν γαλάζια όπως πάντοτε
πολύ γαλάζια, μόνο γαλάζια.
Α' -
Ά, ναι, μιλούσαμε κάποτε για μια ποίηση αιγαιοπελαγίτικη,
Β' -
για το γυμνό στήθος της υγείας κεντημένο με μιαν άγκυρα και
      μια γοργόνα,
Γ' -
για το θαλάσσιο φως που πλέκει τα κουρτινάκια των γλάρων.

Α.Β.Γ.
300 σκοτωμένοι.

Μιλούσαμε, ναι, για μια ποίηση αιγαιοπελαγίτικη -
ο κάβουρας που ρεμβάζει στο νοτισμένο βράχο,
αντίκρυ στη μαλαματένια δύση,
καθώς ένα μικρό μπρούντζινο άγαλμα του Ωκεανού.

Α.Β.Γ.
600 τρελοί.

(Οι γυάλινες γαρίδες κυνηγώντας στα ρηχά τον ίσκιο
του πρωινού άστρου,
το χρυσό και γαλανό καλοκαίρι πετροβολώντας με κουνουνάρια
το μεσημεριάτικο ύπνο των κοριτσιών,
τα παλιά πεύκα ξύνοντας τη ράχη τους στην ασβεστωμένη μάντρα.)

Α.Β.Γ.
900 κουτσοί.
Ζήτω
ο βασιλεύς Παύλος.

(Κι η Παναγιά του πόντου φλωροκαπνισμένη απ' το σούρουπο
να σεργιανάει ξυπόλητη στην αμμουδιά
συγυρίζοντας τα σπίτια των μικρών ψαριών
καρφώνοντας μ΄ ένα θαλασσινό σταυρό τη φεγγαρίσια της πλεξούδα.)

Α.Β.Γ.

Α.Β.Γ.

(Μιλούσαμε για μια ποίηση αιγαιοπελαγίτικη, ναι, ναι.)

ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ -
ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ - ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ

Κι η θάλασσα είναι ακόμη γαλάζια όπως πάντοτε
κι ο αμερικάνικος στόλος ταξιδεύει στο Αιγαίο
ήσυχος, ήσυχος, ωραίος,
και τ' άστρα ανάβουν κάθε βράδυ μικρές φωτιές
να ψήσουν οι Άγγελοι την ψαρόσουπα της Παναγίας.

Α.Β.Γ.

Α.Β.Γ.

Κι από κάτου απ' τ' αστέρια περνάνε
καραβιές καραβιές οι εκτοπισμένοι
και τσουβάλια με κομμένα ποδάρια
και τσουβάλια με κομμένα χέρια
και τσουβάλια με νεκρούς
ξεβράζουν οι φουρτούνες στις αχτές του Λαυρίου.

(Αιγαιοπελαγίτικο τοπίο
χρυσό και γαλάζιο.)

Α.Β.Γ.

Σε τούτα τα βράχια τουφεκίστηκαν οι 300 του Α' Τάγματος,
τούτα τα φύκια είναι μια τούφα μαλλιά ξεκολλημένα μαζί με το δέρμα
απ΄το καύκαλο ενός συντρόφου που αρνήθηκε να υπογράψει δήλωση.

Α.Β.Γ.

Τα συρματοπλέγματα.
Οι νεκροί.
Οι τρελοί.

Α.Β.Γ.

(Γαλάζια η θάλασσα - πολύ γαλάζια.
Χρυσό αιγαιοπελαγίτικο τοπίο.
Οι γλάροι.)

Α.Β.Γ.

Μαύρη, κατάμαυρη θάλασσα.
Μαύρο, κατάμαυρο τοπίο.
Τα συρματοπλέγματα.

Α.Β.Γ.

Μαύρο, κατάμαυρο τοπίο με σφιγμένα δόντια,
κόκκινο, κατακόκκινο τοπίο με σφιγμένη γροθιά,
μαύρη και κόκκινη καρδιά πηγμένη στο αίμα της
κι ένας κόκκινος ήλιος πηγμένος μες στο αίμα του.

...



Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

Βελώνιας Βαγγέλης

ΠΑΡΑΜΥΘΙ
Στίχοι: Βελώνιας Βαγγέλης
Μουσική: Νικολάου Γιάννης
Ερμηνεία: Θαλασσινός Παντελής
Ήτανε λέει μια φορά, λευκή σαν το αλάτι
και ζούσε στα φανταχτερά, νεράιδα σε παλάτι.
Και κάπου εκεί στην αγορά, με κάμα στο θηκάρι,
αυτός με μάτια φλογερά, το πρώτο παληκάρι.

Ψηλά πετούσε ένας αητός που μέτραγε τον ίσκιο,
όταν φιλί τής δίνει αυτός, στα χείλη από ιβίσκο.
Τον είδαν όμως τα θεριά, ψηλά από τα κάστρα,
και τρύπησαν με σαϊτιά τα ρούχα του τα άσπρα.

Ήτανε λέει μια φορά, ωχρή σαν το χρυσάφι,
νεράιδα μέσα στα νερά, στου ποταμού τα βάθη.
Και κάπου εκεί στον ουρανό, μ' ένα φιλί στο βιός του,
αυτός σαν άστρο φωτεινό, της χάριζε το φως του.


Ό,ΤΙ ΣΕ ΠΑΕΙ ΣΤΟ ΘΕΟ
Στίχοι: Βελώνιας Βαγγέλης
Μουσική/ Ερμηνεία: Θαλασσινός Παντελής

Είπαν τα χείλη σου τα όνειρα περνάνε
κι αυτό που ζήσαμε μου λες θα ξεχαστεί,
είμαστε κύματα που πέφτουνε και σπάνε
πάνω σε ξένου καραβιού την κουπαστή.

Δεν έχει ψέμα στη ζωή να μην τελειώνει

να σε φυλάξει ώσπου να 'ρθει το πρωί,
ό,τι σε πάει στο Θεό μετά σε λιώνει

χάνεται μέσα στη δική του τη ζωή.

Είπαν τα χείλη σου μια τύχη μάς ορίζει

κι αυτό μού λες ήταν γραμμένο να χαθεί,
είμαστε φύλλα που ο καιρός τα κιτρινίζει

φύλλα που πέφτουν και τα παίρνει η βροχή.

Δεν έχει ψέμα στη ζωή να μην τελειώνει

να σε φυλάξει ώσπου να 'ρθει το πρωί,
ό,τι σε πάει στο Θεό μετά σε λιώνει

χάνεται μέσα στη δική του τη ζωή

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ, Γιάννης Ρίτσος

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΛΟΤΗΤΑΣ
Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε'
αν δε με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα,
θ' αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου,
θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας.

Το αυγουστιάτικο φεγγάρι γυαλίζει στην κουζίνα
σα γανωμένο τεντζέρι (γι' αυτό που σας λέω γίνεται έτσι)
φωτίζει τ' άδειο σπίτι και τη γονατισμένη σιωπή του σπιτιού -
πάντα η σιωπή μένει γονατισμένη.

Η κάθε λέξη είναι μια έξοδος
για μια συνάντηση, πολλές φορές ματαιωμένη,
και τότε είναι μια λέξη αληθινή, σαν επιμένει στη συνάντηση.

ΜΕΤΑΠΛΑΣΗ
Αυτό που λες γαλήνη ή πειθαρχία, καλοσύνη ή απάθεια,
αυτό που λες κλεισμένο στόμα με σφιγμένα δόντια
δείχνοντας τη γλυκιά σιωπή του στόματος, κρύβοντας τα σφιγμένα δόντια
είναι μονάχα η καρτερία των μετάλλων κάτω απ' το χρήσιμο σφυρί,
κάτω απ' το τρομερό σφυρί - είναι που ξέρεις
πως απ' το άμορφο περνάς προς τη μορφή.

ΓΥΝΑΙΚΕΣ
Είναι πολύ μακρινές οι γυναίκες. Τα σεντόνια τους μυρίζουν καληνύχτα.
Ακουμπάνε το ψωμί στο τραπέζι για να μη νιώσουμε πως λείπουν.
Τότε καταλαβαίνουμε πως φταίξαμε. Σηκωνόμαστε απ' την καρέκλα και λέμε:
"Κουράστηκες πολύ σήμερα" ή "Άσε, θ' ανάψω εγώ τη λάμπα".

Όταν ανάβουμε το σπίρτο, εκείνη στρέφει αργά πηγαίνοντας
με μιαν ανεξήγητη προσήλωση προς την κουζίνα. Η πλάτη της
είναι ένα πικραμένο βουναλάκι φορτωμένο με πολλούς νεκρούς -
τους νεκρούς της φαμίλιας, τους δικούς της νεκρούς και των δικών σου.
Ακούς το βήμα της να τρίζει στα παλιά σανίδια
ακούς τα πιάτα να κλαίνε στην πιατοθήκη κι ύστερα ακούγεται
το τραίνο που παίρνει τους φαντάρους για το μέτωπο.

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

ΔΥΟ ΠΑΙΔΙΑ

Στίχοι/ Μουσική/ Ερμηνεία: 
Χατζηευσταθίου Σταμάτης

Δύο παιδιά που ξεχαστήκαν μες το σώμα μου
παίζουν, γελάνε κι όλο λεν' πως είμαι αστείος
Όταν κοιμάμαι με ξυπνούνε και με ντύνουνε
βόλτα με βγάζουν τα μεσάνυχτα στο κρύο

Κι όλο λένε πως τ' αστέρια είν' το σπίτι μου
κι ας τα μέτρια εμένα με κερδίζουν
Κι όταν λέω πως γι' αστέρια δεν γεννήθηκα
με κοιτάζουν μες τα μάτια και δακρύζουν

Τότε βγαίνουμε αγκαλιά μες τα χαράματα
και γελάμε με το καθετί σπουδαίο
Αν τον ήλιο σου μπορείς να δεις κατάματα
δεν φοβάσαι το μικρό και το μοιραίο

Τότε αρχίζουμε τα χέρια να ενώνουμε
σαν παιδιά που δεν τους νοιάζει η τιμωρία,
κι όταν φτάνει το πρωί και καμαρώνουμε
τρεις ψυχές που καταφέραν κι είναι μία

Δύο παιδιά που ξεχαστήκαν μες το σώμα μου
έρχονται βράδυ, με σκεπάζουν σαν κοιμάμαι
Κι ενώ δεν κάνουν φασαρία μη με ξυπνήσουνε
δεν ξέρουν πως χωρίς αυτά εγώ φοβάμαι

Κι όλο λένε πως τ' αστέρια είν' το σπίτι μου
κι ας τα μέτρια εμένα με κερδίζουν
Κι όταν λέω πως γι' αστέρια δεν γεννήθηκα
με κοιτάζουν μες τα μάτια και δακρύζουν

Τότε βγαίνουμε αγκαλιά μες τα χαράματα
και γελάμε με το καθετί σπουδαίο
Αν τον ήλιο σου μπορείς να δεις κατάματα
δεν φοβάσαι το μικρό και το μοιραίο

Τότε αρχίζουμε τα χέρια να ενώνουμε
σαν παιδιά που δεν τους νοιάζει η τιμωρία,
κι όταν φτάνει το πρωί και καμαρώνουμε
τρεις ψυχές που καταφέραν κι είναι μία

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2012

ΓΙΑ ΠΟΥ ΤΟ 'ΒΑΛΕΣ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ

Στίχοι: Μεσσήνη Νατάσα
Μουσική/ Ερμηνεία: Περίδης Ορφέας

Αφιερωμένο στο κοριτσάκι μας (Ε) που φεύγει.... Καλό ταξίδι μάτια μου και καλή αρχή!
Ψηλά το κεφάλι και εμείς θα είμαστε πάντα εδώ... δίπλα σου σε καθετί!