Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ – ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΤΑΚΗΣ (1964)

Το ποίημα ποτέ δεν είναι παρόν. Είναι
μονάχα παρελθόν και μέλλον. Ανάμνηση
και προσμονή. Απουσία από τα πράγματα
και προβολή σε μια πραγματικότητα
που υπήρξε ή θα υπάρξει κάποτε, μέσα
σε μια άξαφνη στιγμή που θα ‘ναι τότε
όλος ο χρόνος.
 
Αν ζει, αν υπάρχει ακόμα η ποίηση,
τούτο το χρωστάμε σε ‘κείνη την ασήμαντη,
την ταπεινή ρωγμή που λησμόνησαν οι θεοί
στο σφαλισμένο παράθυρο της σιγουριάς
και της άμυνας των ανθρώπων.
 
Την ώρα που παλεύω μ’ ένα ποίημα
κανείς καθρέφτης δεν υπάρχει για να ιδώ
τη μεταμόρφωσή μου.
 
Η αναζήτηση τής αλήθειας ή του θαύματος
πέρα από την τυπική χρήση των λέξεων,
σε ωθεί  σ’ αποκαλύψεις που ποτέ
δεν υποπτεύθηκες, σχέσεις της μνήμης
και του χρόνου με το σώμα σου, αναγκαιότητες
των σπλάχνων σου, ξεριζώματα

απ’ την ίδια σου την ύπαρξη τόσο οδυνηρά,
που τότε μόνο νιώθεις πως οι λέξεις
και τα πράγματα ζούνε μιαν αυθύπαρκτη ζωή
και σε πείσμα της νομιμότητας
αναζητούν μια καθαρότερη έκφρασή τους.
 
Μιλώντας τόσο πολύ για την πείνα,
ξεχάσαμε να προστατέψουμε το ψωμί.
Τώρα στο ερμάρι τα ποντίκια χαίρονται
τρομαχτικές ελευθερίες.
 
Ελάτε να πετάμε πέτρες,
να περάσουνε τα χρόνια.
 
Όταν ενύχτωνε, τα ποιήματά του μου θυμίζανε
δωμάτια φωτισμένα με κεριά,
όπου οι λέξεις κυκλοφορούσανε σα γέρικες
αφηρημένες υπηρέτριες.
 
Καμιά φορά μέσα στ’ όνειρο, οι λέξεις
φωτίζονται από ένα παράξενο φως,
αλλάζουνε ρυθμό και σημασία, ανοίγουν
σα λουλούδια σκοτεινά, γίνονται πόρτες
για τον ουρανό και για τον κάτου κόσμο.
 
Φίλε ποιητή, αν τα ποιήματά μου
συναντηθούν με τα ποιήματά σου, χαιρετιούνται
με συγκατάβαση, παράξενες μορφές
που η καθεμιά τους νομίζει πως η άλλη
φοράει ρούχα αταίριαστα με τη φύση της.
 
Ωραίο βράδυ απόψε.
Τα κλαδιά, το φεγγάρι.
Μεγαλώνουν οι κάμποι.
Θα μας φάνε οι κάμπιες.
 
Πίσω απ’ το ποίημα υπάρχουνε διάδρομοι,
υπάρχουν αξεδιάλυτοι χώροι σιωπής
κι εκεί οι λέξεις είναι μαύρες, σαλεύουν
πέρα – δώθε, κρατώντας με τα χέρια
τον κομμένο τους λαιμό.
 
Διάφανο πρωί, γεννημένο από μια νύχτα – καταχνιά.
Ατμόσφαιρα πάμφωτη, αλαφριά,
ερεθιστική. Ένα δέντρο σφυρίζει,
ένα φύλλο γαληνεύει την καρδιά των πουλιών,
ένας αόριστος άνεμος γεμίζει το δρόμο
με γελαστά πρόσωπα που έρχονται και φεύγουν.
Μέσα στο κορμί σου εξατμίζονται
μια – μια οι επώδυνες αισθήσεις.
Η μικρή τραγωδία της νύχτας κλείστηκε
κιόλας σ’ ένα σιωπηλό σεντούκι με αναμνηστικά.
Μόλις θυμάσαι κάτι απ’ τον
ξερό ήχο του ρολογιού και τον πάταγο
της πόρτας που έκλεισε. Όλα χάνονται
μέσα στη ρυθμική γαλήνη του ήλιου.

Χώρα φανταστική του πρωιού και τίποτα
από τα φαντάσματα που χτες ονομάζονταν
γεγονότα.
 
Πίσω από την καθημερινή κόλαση των λέξεων,
τα ποιήματα ανασαίνουν ζωντανά
και το καθαρό τους νόημα καθρεφτίζει
παντού μια φανταστική ευτυχία που ποτέ
δε θα πυρποληθεί.
 
Ανάμεσα στην πραγματικότητα και σε ‘μένα
υπάρχει ο μύθος της πραγματικότητας,
όπου τα πράγματα χαίρονται την παράλογη
πλευρά τής ύπαρξής τους.
 
Του φώναξα πως ήτανε γυμνός και μου
αποκρίθηκε πως φόραγε τη γύμνια απάνω
από τα ρούχα του.
 
Όταν θα βασιλέψω ανάμεσα τού δέντρου
και τού ποταμιού, το ποίημα θα ‘ναι πράσινο.
 
Αυτός επάλευε με τα βουνά. Λοιπόν, τον
καταβρόχθισαν οι λάκκοι απ’ έξω από το
σπίτι του.
 
Για κάθε ποίημα ισχύει ένας κανόνας.
Ό,τι κυκλοφορεί σε πρώτη αίσθηση, σαρώνεται
από μιαν άλλη αίσθηση που φέρνει
στην επιφάνεια εκθαμβωτικές αποκαλύψεις.
 
Κι όλα του τα ποιήματα ήτανε αυτή η
αυξανόμενη πραγματικότητα του θανάτου
τού σώματος μέσα σε μια φοβερή εμπλοκή
σχέσεων με το χρόνο, πτώσεων, συμβιβασμών
και θριάμβων.
 
Φίλε ποιητή, μιλάς μια γλώσσα που γιομίζει
την κάμαρα με χώματα. Λοιπόν,
θ’ ανοίξω το παράθυρο για να μπουν τα νερά
και τα ψάρια.
 
Άσπρη πέτρα κάτασπρη,
την πετάς στον ουρανό,
έτσι έρχεται το βράδυ.
 
Εκείνη η μέρα ήτανε ένα αθόρυβο κύλισμα
τής αιωνιότητας μέσα στ’ αυλάκια
του χρόνου. Τα δέντρα γεννούσαν εκατομμύρια
πουλιά. Κανένα σύννεφο, κανένας θάνατος.
Όλοι ανέβαιναν να γιορτάσουν
στα βουνά κι οι κλέφτες τού έρωτα λιποθυμούσαν
μες στην έκσταση.
 
Κάθε φορά που σκέφτομαι, μεταμορφώνομαι
σ’ ένα πουλί που ξέρει μόνο από κελαηδισμούς.
 
Μονάχος με τη μοναξιά μου και τις λέξεις μου,
αγωνίζομαι να συναρμολογηθώ,
να ‘βρω ένα πρόσωπο που να ταιριάζει
με το πρόσωπό μου. Δεν ονειρεύομαι όταν λέω
πως μ’ έκοψαν στα δυο τα σύννεφα και τα φαντάσματα.
 
Ένα χωράφι κάτασπρο στον ήλιο, ένα
πουλί σκοτεινό σαν την καρδιά τής μέρας,
το σπίτι δροσερό, μέσα στην κάμαρη ανασαίνει
ένα καινούργιο δέντρο. Και πόσος ίσκιος,
πόση ποίηση, όταν κοιμάμαι.
 
Δοκιμάζοντας ένα ρυθμό καινούργιο σε
τούτο το ποίημα, αναπήδησα ξάφνου αλαφιασμένος,
σα να μου χτύπησε την πόρτα ο αναμενόμενος.
 
Οι λέξεις ματωμένες γεννηθήκανε, ταίριαξαν
τρέμοντας, κοιτάζοντας η μια την άλλη.
Τότε τα σύννεφα έφυγαν με μιας απ’ το μυαλό.
 
Κανείς δεν ξέρει ποια τρομαχτικήν ανάσταση
σχεδιάζουν αυτά τα νέα ποιήματα.
Το αίμα τους καίει τα δάχτυλα και στάζει
τώρα στα χώματα. Από τις πέτρες
βγάζουν το κεφάλι τους ανεξήγητες,
εκκωφαντικές κραυγές.
 
Με το ‘να φως με τ’ άλλο φως γινόταν
πολύ φως, γινότανε σκοτάδι.
 
Ήθελε να προσθέσει τούτη την εικόνα
και την άλλη εικόνα. Ν’ ανακατέψει κάτι
από τη σκοτεινιά της γης και την αρμύρα
τού έρωτα. Έπειτα συλλογίστηκε πως
ένα ποίημα ακούγεται καμιά φορά καλύτερα
μες απ’ τα χάσματά του και τις αποσβέσεις του.
 
Παλιό μου ποίημα, σκοτεινό κι ασάλευτο πιθάρι,
θησαυρίζοντας σημασίες από το χρόνο,
περιέχοντας τώρα ένα ήσυχο φως,
με τη γαλήνη του προστατεύοντας
τ’ όνομά μου απ’ το θάνατο.
 
Τη νύχτα τούτη μεταμορφώθηκες άξαφνα
σε δέντρο. Ο έρωτας περνούσε σφυρίζοντας
αλαφρά μέσα από τα φυλλώματά του.
Κοιμήθηκες μονάχα την αυγή. Και ‘μένα
το μυαλό μου σπάραζε σε μια τρομαχτική
ωριμότητα.
 
Χαμηλώνεις το σκούρο κεφάλι σου,
πλημμυρίζοντας τις παλάμες μου με δάκρυα.
Φτωχές παλάμες, ασυνήθιστες σε τόσο
καυτερά δώρα. Ο αέρας κρέμεται στο δέντρο
ασάλευτος κι η νύχτα τού καλοκαιριού
είναι μια χώρα που δεν κατακτήθηκε ποτέ.
 
Το μόνο κατοικίδιο ζώο που έχω τώρα,
είναι ο θάνατος μου. Κι εσύ τον τρέφεις
από ‘μένα όταν πεινάει.
 
Κάθε καινούργιος έρωτας σού δίνει ένα
άλλο πρόσωπο, σε φέρνει ν’ αντιμετωπίσεις
ακόμη μια φορά τη μοναξιά σου.
Όταν ο έρωτας φύγει, το κενό θυμίζει
χώρο εγκλήματος.
 
Μια μέρα ολάκερη δίχως κανένα ποίημα,
δίχως σταλαματιά μελάνι. Πίσω από τα
φτερά του ο ήλιος πεθαίνει και το αγαθό
βράδυ ήταν ως αργά γεμάτο δέντρα και νερά.
 
Ήσυχη συμφιλίωση με τον αέρα και το
φως, με τα πουλιά και με τα θαύματα.
Ύστερα ο ποιητής, χωνεύοντας τη σκοτεινιά του,
δίνοντας μια πνοή στα ταπεινά,
στα εξέχοντα τού βίου.

                                               Γ. Σ.
Πάντα τον φανταζόμουν να γράφει τα
ποιήματα ισοζυγιάζοντας τη γλώσσα τής
συνείδησης με τη συνείδηση τής γλώσσας του.
 
Το ποίημα σε λίγο τελειώνει. Όλα ήτανε
καθαρά, με το ρυθμό που ταίριαζε και με
την τάξη τους. Μονάχα εκεί, σε μια στροφή,
σαν κάτι ανέκφραστο σκοτείνιαζε κι
αντιστεκότανε περήφανο στο κατώφλι
των λέξεων. Τότε κατάλαβα πως μονάχα με
τέτοιες ανταρσίες ένα ποίημα υπάρχει,
στέκεται στα πόδια του.
 
Ήτανε ένα ποίημα. Κι ήτανε γιομάτο
τρύπες. Έτσι, έβλεπες τον ποιητή να τρώει
και να ερωτεύεται, να βγάζει τα παπούτσια του
και να κοιμάται.
 
Έγραφε όλη τη νύχτα. Οι στίχοι πηδούσαν
από τα χειρόγραφά του σαν πουλιά
κι οι δολοφονημένοι ποιητές ούρλιαζαν
μέσα του πεινώντας και γυρεύοντας μερίδιο
από τα θαύματα.
 
Τώρα κοιμόταν. Μα πίσω από τον ύπνο του
έμενε ακόμα ξάγρυπνος, συνέχιζε το ποίημα.
Κι οι λέξεις του, απειθάρχητες,
κατέγραφαν τα πράγματα μ’ έναν
 
καινούργιο τρόπο που τον γεμίζει αγαλλίαση,
σα να εκδικιόταν έτσι έναν αόρατο,
τρομαχτικό δυνάστη.
 
Ένας επαναστάτης ποιητής, χωμένος
μέσα στην ασφάλεια τής γλώσσας, μέσα
στη σιγουριά τής λεκτικής κοινοκτημοσύνης,
με κάποια εποπτική στάση τού πνεύματος,
με κάποια υπεροψία, ωστόσο
χωμένος αναπαυτικά σε τούτη τη ζεστή
φωλιά, δίχως κανένα πειρασμό, δίχως κανένα
κίνδυνο, καμιά επανάσταση,
καμιά θυσία.
 
Είπε, θα σας διαβάσω αυτό το ποίημα.
Και βάζοντας το χέρι για να πάρει το
χειρόγραφο, τράβηξε απ’ το συρτάρι του
με κόπο το ήσυχο κεφάλι ενός νεκρού.
 
Και μέσα σε ‘κείνες τις τρομαχτικές εικόνες
που διαδέχονταν η μια την άλλη
σκοτεινιάζοντας το χώρο τού ποιήματος,
φέρνοντας απειλητικά μηνύματα, ξάφνου
αυτές οι λίγες λέξεις, το σύντομο αντιφέγγισμα
τής θάλασσας, ο βράχος στο νερό,
η νοστιμιά, η αρμύρα.
 
Άρπαξα το ποτάμι απ’ το λαιμό, σφυρίζοντας
έναν παλιό σκοπό για ‘κείνους που
χάθηκαν στο ποτάμι.
 
Οι λέξεις που έμειναν έξω από το ποίημα,
συνεπαρμένες από μιαν ατελείωτη παραφορά,
σωστές μαινάδες, παίρνανε πέτρες
και λιθοβολούσανε, βρίζοντας ακατάπαυστα,
και τον ποιητή και τους διαβάτες.
 
Ας αφήσουμε τα λόγια. Γνώση τού ποταμιού
σημαίνει να ‘σαι μέσα στο ποτάμι.
 
Οι πρώτες λέξεις μέσα στο ποίημα κραυγάζανε
απειθάρχητες, λες και βρισκόντανε
σε διαδήλωση. Οι τελευταίες γονάτιζαν
χαμένες στη σιωπή και την έκσταση.
 
Το αίνιγμα κι η σαγήνη εκείνου του ποιήματος
ήταν πως κάθε στίχος του έδινε
και μιαν υπόσχεση που ποτέ δεν εκπληρωνόταν.
 
Να βάλω εδώ το δέντρο και τη θέα τ’ ουρανού.
Πιο κάτω τον αέρα, το πουλί, τα χαμηλά
σπίτια τής πολιτείας. Στο μεταξύ,
να μην παραμελήσω κάτι από τη μνήμη,
τη φωτιά, τον κίνδυνο. Τέλος, να βάλω
μια κραυγή, σα να γκρεμίζουν κάποιον
απ’ το πέμπτο πάτωμα. Για να σταθεί το
ποίημα ανάμεσα σε τόσα θεάματα,
τόσες εικόνες.
 
Τελείωσε κουρασμένος, μα το ποίημα τού
φαινότανε βαρύ, γεμάτο πέτρες. Βεβαίως
υπήρχε λίγο φως, λίγο απ’ τη ρέμβη τ’ ουρανού,
φωνές τής θάλασσας, ένα παράξενο άνθος.
Όμως οι πέτρες τον δυσκόλευαν.
Περσότερο από τις παγίδες,
τις καταπαχτές που είχε σκορπίσει εδώ κι εκεί
για τους υποκριτές και τους ανύποπτους.
 
Μέσα στη μεσημεριάτικη γαλήνη, μόλις
ακούγεται η ψιλή βροχή. Ανοίγω το παράθυρο
και χαίρομαι. Ονειρεύομαι πως θα ‘ρθει
κάποτε ο καιρός που ο λύκος και
τ’ αρνί θα ξεδιψάνε από το ίδιο ποτάμι.
Τότε θα λάμπει του θεού το πρόσωπο.
Τότε των ποιητών τα ποιήματα θα ‘ναι
όπως οι λόφοι πάνω στα ορυχεία, όταν
περνάει ο αέρας και σαλεύουν τα πουλιά τους
και τα σπλάχνα τους.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου